Από Σάββας Δ. Βλάσσης

Στις 17 Ιουνίου 2018, η κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας υπέγραψε συμφωνία με την κυβέρνηση της ΠΓΔΜ, με την οποία η δεύτερη αναγνωρίζεται ως Βόρεια Μακεδονία. Η αντιπολίτευση κατηγόρησε και κατηγορεί την κυβέρνηση ότι δεν έκανε καμμία ουσιαστική διαπραγμάτευση και ζημίωσε το εθνικό συμφέρον ενώ η κυβέρνηση υποστηρίζει περίπου ότι ακολούθησε τις εθνικές γραμμές των προηγουμένων κυβερνήσεων και απέληξε σε μια επωφελή συμφωνία. Σε μια τέτοια κατάσταση διχασμού του πολιτικού κόσμου και της κοινής γνώμης, είναι βάσιμο να υποστηρίξει κανείς ότι δεν θα υπήρχε κανένα ζήτημα διαμάχης, εφόσον στην Ελλάδα λειτουργούσε ένας σοβαρός θεσμός όπως το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας (ΣΕΑ). Θεσμός που σε άλλες χώρες λειτουργεί με σκοπό την χάραξη των βασικών γραμμών στρατηγικής την οποία καλούνται να ακολουθήσει κάθε κυβέρνηση, σε όλα τα μείζονα θέματα εθνικής σημασίας. Γιατί όμως δεν υπάρχει στην Ελλάδα ένα τέτοιο όργανο;

Στην αρχή του 20ού αιώνος, η Ελλάδα ήταν ένα μικρό βασίλειο που ρίχτηκε με δυναμισμό σε μεγάλους εθνικούς αγώνες από το 1912 μέχρι το 1922. Παρά τις έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ βασιλικών και αντιβασιλικών, η χώρα επεκτάθηκε, εκμεταλλευόμενη τις διεθνείς συγκυρίες και συμμαχίες. Δεν αποφεύχθηκε βεβαίως το δεινό πλήγμα της Μικρασιατικής καταστροφής. Ακολούθησε νέα μακρά περίοδος αγώνων μεταξύ 1940-1949, από την οποία η χώρα εξήλθε ρημαγμένη αλλά στο πλευρό των νικητών και με ισχυρούς συμμάχους που την στήριξαν στην προσπάθεια ανορθώσεως.

Σε όλη την μεταπολεμική περίοδο, η ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ και η συντριβή του κομμουνισμού στα πεδία των μαχών, λειτούργησε ως ανασταλτικός παράγοντας για την σύσταση ενός ανωτάτου θεσμικού οργάνου όπως το ΣΕΑ. Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν είχαν παρά να ακολουθήσουν τις βασικές επιλογές της Συμμαχίας, ώστε να αντιμετωπίσουν κάθε εξωτερική πρόκληση και απειλή. Η «παρένθεση» του Κυπριακού και του ηρωικού αγώνος της ΕΟΚΑ, δεν υπήρξε πηγή ιδιαιτέρου προβληματισμού, δεδομένης της κυριαρχίας της Δεξιάς στο τιμόνι της χώρας, η οποία χειρίσθηκε με αποκλειστικώς δική της ευθύνη το εθνικό θέμα.

Η διαφοροποίηση του πολιτικού σκηνικού από την δεκαετία του 1960, με την άνοδο της Αριστεράς και του Κέντρου, υπήρξε επίσης μια μικρή παρένθεση, αφού η 21η Απριλίου έθεσε την χώρα στον «γύψο». Το Κυπριακό όμως, ως μείζον εθνικό θέμα συνέχισε να είναι ανοικτό και τα σφάλματα δεν έλειψαν, ακόμη και κατά την αυστηρώς εθνικιστική περίοδο της Επαναστάσεως. Από μία δικτατορική κυβέρνηση, δεν θα ανέμενε κανείς θεσμοθέτηση ενός οργάνου όπως το ΣΕΑ, παρά μόνο στην περίπτωση που οι πρωταγωνιστές στρατιωτικοί είχαν εξαρχής σκοπό να επιστρέψουν σύντομα την εξουσία στους πολιτικούς, έστω και μέσα από μία μακρά μεταβατική περίοδο. Τέτοιες πρωτοβουλίες έγιναν στην Τουρκία μετά το πραξικόπημα του 1971, όχι όμως από τους Έλληνες δικτάτορες που παρασύρθηκαν από τον ίλιγγο της εξουσίας.

Μετά τον «γύψο» και την εθνική καταστροφή της Κύπρου, η παλινόρθωση της Δεξιάς και σύντομα η πολιτική αλλαγή, με την επικράτηση στο πολιτικό στερέωμα των Καραμανλή – Παπανδρέου, δεν προσφερόταν για πρωτοβουλίες όπως η συγκρότηση ΣΕΑ. Οι «χαρισματικοί» ηγέτες, χειρίσθηκαν Κυπριακό, Αιγαίο και Μακεδονικό, με ανεπαρκείς και μυωπικές προσεγγίσεις, που οδήγησαν σε γνωστά αρνητικά αποτελέσματα. Παλαιότερα, ακόμη και επί επικρατήσεως της Δεξιάς, υπήρχε ο θεσμός του Θρόνου, που σε έναν βαθμό λειτουργούσε συνεκτικώς ως προς την ακολουθητέα πολιτική στα εθνικά θέματα. Κάποιον δεύτερο έπρεπε να «πείσει» η κυβέρνηση ή τουλάχιστον να έχει την ανοχή του. Επί των «ιερών τεράτων» Καραμανλή – Παπανδρέου, τέτοια πράγματα ήταν «αχρείαστα».

Ενώ από την δεκαετία του 1990 οι συνθήκες σε πολιτικό επίπεδο ωριμάζουν για θεσμοθέτηση του ΣΕΑ και οι εθνικές προκλήσεις σε Κύπρο και Αιγαίο εντείνονται, δεν υπάρχει πρόοδος. Από την δεκαετία του 1970 έχει αρχίσει η επικράτηση του λαϊκισμού στην πολιτική. Αν και θα αρχίσει να γίνεται κάποια συζήτηση κατά καιρούς περί της ανάγκης συγκροτήσεως ενός οργάνου όπως το ΣΕΑ, καμμία εξέλιξη δεν θα υπάρξει. Έτσι, παρά την επανεμφάνιση του Μακεδονικού μετά την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την συνεχή όξυνση των σχέσεων με την Τουρκία, παραδόξως το πολιτικό σύστημα δεν θα αισθανθεί πίεση για μια τομή με σύγχρονες προδιαγραφές στα εθνικά θέματα.

Από το 2015, με την κατάληψη της εξουσίας από τους πρωταγωνιστές του λαϊκισμού, ο αποκλεισμός κάθε ιδέας για ΣΑΕ είναι απολύτως φυσιολογικός. Τυχοδιώκτες και κατά βάση τυχάρπαστοι, σε συνεργασία με ανυπόληπτους συνεταίρους, δεν μπορούν να ενδιαφέρονται για ενισχυμένα θεσμικά όργανα και διαδικασίες. Ως μόνη πολιτική δύναμη που μπορεί να υποστηρίξει και να υλοποιήσει έναν τέτοιο σκοπό, φαντάζει η Δεξιά. Διότι ένα ΣΕΑ, θα λειτουργήσει μεταξύ άλλων και εκτονωτικώς ως προς τα φαινόμενα τυχοδιωκτικών και λαϊκιστικών πολιτικών δυνάμεων που πολιτεύονται εμπορευόμενες το εθνικό αίσθημα. Μετά την πρόσφατη εμπειρία της συμφωνίας για το Μακεδονικό, ίσως μια τέτοια πρωτοβουλία θα πρέπει να αποκτήσει κάποια προτεραιότητα για την επομένη (κανονική) κυβέρνηση.