Από Σάββας Δ. Βλάσσης

Στις 11 Μαΐου η Βουλή ενέκρινε την υπογραφή της LOA του προγράμματος αναβαθμίσεως των μαχητικών F-16 από την κυβέρνηση. Η αξιωματική αντιπολίτευση συμφώνησε, εξέφρασε όμως επιφυλάξεις για «τη μη ορθή τήρηση της διαδικασίας ενημέρωσης και έκφρασης γνώμης από την Επιτροπή Εξοπλιστικών Προγραμμάτων και Συμβάσεων της Βουλής» ενώ υπογράμμισε ότι «έως και σήμερα δεν δόθηκαν επαρκείς εξηγήσεις για τις λεπτομέρειες της συμφωνίας, η ευθύνη της οποίας βαραίνει αποκλειστικά την Κυβέρνηση».

Οι επιφυλάξεις είναι δικαιολογημένες, δεδομένου ότι η κυβέρνηση έσπευσε να υπογράψει την LOA κυριολεκτικώς την τελευταία στιγμή και αφού οι προσπάθειές της επί μήνες να τροποποιήσει το πρόγραμμα αποπληρωμής απέτυχαν. Η αμερικανική πλευρά επέμεινε ότι η προσφορά έπρεπε να γίνει αποδεκτή και μετά μπορούσε να γίνει συζήτηση για οποιοδήποτε θέμα. Παραπλανητικώς η κυβέρνηση δήλωσε ότι έγινε κατ’ αρχήν αποδεκτή η πρότασή της.

Το μεγάλο ζήτημα όμως είναι ότι η συμφωνία δείχνει να πάσχει σε δύο βασικά σημεία:

  • Δεν υπάρχει τίποτα συμφωνημένο για την ανάληψη έργου από την Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία (ΕΑΒΙ), πέραν της εμπλοκής της ΕΑΒ. Η ΕΑΒ όμως δεν θα αναλάβει παρά μόνο να εκτελέσει εργασίες εγκαταστάσεως των υποσυλλογών στα αεροσκάφη και τίποτε άλλο. Η ανάθεση μίας τόσο μεγάλου ύψους συμβάσεως, χωρίς την εξασφάλιση βιομηχανικού έργου ουσίας από την ΕΑΒΙ, θα συνιστά απαράδεκτη εξέλιξη. Η συμφωνία έκλεισε, με αυτό το πολύ σημαντικό κεφάλαιο ανοικτό. Εντελώς αντίθετα δηλαδή από την κανονική διαδικασία μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων όταν ο υποψήφιος ανάδοχος πιέζεται μέσω σκληρών διαπραγματεύσεων να προσφέρει τα μεγαλύτερα δυνατά ανταλλάγματα. Με υπογεγραμμένη σύμβαση για τα F-16, αποδυναμώνεται η θέση της ελληνικής πλευράς, στην προσπάθεια διεκδικήσεως σοβαρών ανταλλαγμάτων και η στοιχειώδης εμπλοκή της ΕΑΒ (οι εργασίες που θα αναλάβει, θα μπορούσαν να εκτελεστούν και στο ΚΕΑ, υπό την επίβλεψη του αναδόχου) λειτουργεί ως προπέτασμα καπνού.
  • Για άλλη μια φορά η προσπάθεια της κυβερνήσεως να συμπιέσει κατά το δυνατόν περισσότερο το συνολικό κόστος, έχει ως συνέπεια την υλοποίηση του προγράμματος μερικώς, με τις ανάλογες συνέπειες για την απόδοση της όλης επενδύσεως, σε συνάρτηση με την μελλοντική εξέλιξη της Πολεμικής Αεροπορίας. Όταν εξαρχής η Αθήνα θέτει ως «οροφή» την αφιέρωση ποσού 1,1 δισ. ευρώ για το πρόγραμμα και μάχεται επί μήνες να αναπροσαρμόσει το πρόγραμμα αποπληρωμής με το επιχείρημα ότι δεν το επιτρέπουν τα οικονομικά δεδομένα, αποκαλύπτεται μια πολύ απλή πραγματικότητα: ενώ η κυβέρνηση διατυμπανίζει ότι τα επόμενα έτη η πορεία της οικονομίας θα είναι καλύτερη, οπότε θα μπορέσει να ματαιώσει την ψήφιση σκληρών μέτρων με σοβαρό αντίκτυπο στην κοινωνία, προεξοφλεί ότι αποκλείει οποιαδήποτε αύξηση του αμυντικού προϋπολογισμού. Συνεπώς, με την αφιέρωση 1,1 δισ. ευρώ εξαντλείται η όποια επένδυση στην μη απαξίωση του στόλου των F-16. Εάν όμως οι κυβερνώντες ασπάζονταν πραγματικά την διακηρυγμένη θέση ότι δεν μπορεί να αποδυναμωθεί σε αριθμούς ο στόλος μαχητικών αεροσκαφών λόγω της τουρκικής απειλής, θα εκμεταλλεύοντο την ευκαιρία και θα μεγιστοποιούσαν την απόδοση της αναβαθμίσεως των F-16, που εκ των πραγμάτων αποτελούν τον κορμό των μαχητικών αεροσκαφών.

Με τον χειρισμό της πολιτικής ηγεσίας, υιοθετήθηκε το πλέον συντηρητικό σενάριο και η αναβάθμιση των 38 F-16 Block 50, έστω σε περιορισμένο βαθμό με υποσυστήματα που θα αφαιρεθούν από τα F-16 Block 52 Advanced/ Block 52+, αφέθηκε για το μέλλον. Για το μέλλον αφέθηκε και η προμήθεια εξελιγμένων ατρακτιδίων στοχοποιήσεως Sniper, προμήθεια απαραίτητη για τα «πιο σύγχρονα F-16 της Ευρώπης», που θα είναι αναχρονισμός να επιχειρούν με τα υπάρχοντα LANTIRN. Απαραίτητη θα είναι όμως και η προμήθεια επιπλέον ποσοτήτων σύγχρονων όπλων, δεδομένου ότι τα ήδη υπάρχοντα που αποκτήθηκαν για τα 30 F-16 Block 52 Advanced, δεν επαρκούν για δύναμη 85 αεροσκαφών.

Συνολικώς, εάν παραμένει στόχος η διατήρηση του κορμού των F-16, θα πρέπει να αφιερωθούν περί τα 500 εκατ. ευρώ στο εγγύς μέλλον. Είναι σαφές ότι η κυβέρνηση άφησε αυτή την «ουρά» για την επομένη κυβέρνηση.

Πρόκειται για μία κατάσταση η οποία έχει ως συνέπεια να πληρώνουμε στο τέλος πάντα πιο ακριβά, για πράγματα που θα μπορούσαμε να εξασφαλίσουμε πριν, λόγω ανορθολογικών αποφάσεων. Και από τέτοιες, η ιστορία των ελληνικών F-16 έχει αρκετές. Όπως η απόφαση επιλογής διαφορετικού κινητήρος για τα F-16 Block 52+ ή η επιλογή του υποδεέστερου συστήματος διανομής δεδομένων IDM αντί του ανώτερου Link 16, το οποίο αναγκαζόμαστε να εγκαταστήσουμε σήμερα, με καθυστέρηση 15ετίας!

Για άλλη μια φορά προχειρότητες και μισές δουλειές, με πρόφαση την εξασφάλιση οικονομιών. Και γι’ αυτό, θα έπρεπε να ελέγχεται η κυβέρνηση.