Από Σάββας Δ. Βλάσσης

Το αφιέρωμα στο παρόν τεύχος για τα UAV κάθε κατηγορίας και τις εφαρμογές τους στα μικρά κλιμάκια Πεζικού, αναδεικνύει την τεχνολογική υστέρηση που διακρίνει το ελληνικό Πεζικό και τις Ειδικές Δυνάμεις. Η σύγκριση με τους σκούρους απέναντι, δείχνει ότι αυτοί αφομοίωσαν νωρίς τα επιχειρησιακά διδάγματα από τις επιχειρήσεις των Αμερικανών και ανέπτυξαν εγχώρια συστήματα κάθε κατηγορίας που χρησιμοποιούν ευρέως. Τα συστήματα αυτά έχουν τεράστια συμβολή και επίδραση στον διαρκή αντιανταρτικό αγώνα εναντίον των Κούρδων ανταρτών του ΡΚΚ αλλά και στις επιχειρήσεις πλέον εκτός τουρκικού εδάφους. Το παράδειγμα των UAV, είναι άκρως ενδεικτικό.

Σε σταθερή αντίθεση, ο Ελληνικός Στρατός (ΕΣ) γενικότερα, διακρίνεται από μόνιμη αδυναμία υλοποιήσεως προγραμμάτων χαμηλού κόστους και περιορισμένης τεχνολογικής προκλήσεως, που όμως συμβάλουν σοβαρά στην εν γένει απόδοση των μικρών κλιμακίων, από το επίπεδο του απλού στρατιώτη ως μονάδα μάχης. Ο ΕΣ, παρότι ανήκει στο ΝΑΤΟ, παρακολουθεί υποτίθεται τις πρωτοβουλίες για αναβάθμιση των ατομικών υλικών του στρατιώτη και προετοιμάζεται για μια πολεμική αναμέτρηση με έναν προηγμένο και αριθμητικώς ισχυρό στρατό, δεν αποδίδει προσοχή σε τέτοια «μικρά» προγράμματα. Η αντίληψη περί εξοπλιστικών προγραμμάτων, κινείται στα ίδια πλαίσια με τους δύο άλλους Κλάδους, αφιερώνοντας κατά κανόνα την εκάστοτε χρηματοδότηση για την προμήθεια και υποστήριξη κύριων οπλικών συστημάτων.

Η αντίληψη αυτή, έχει μία εξήγηση. Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις υστερούν αριθμητικώς των τουρκικών, κατά συνέπεια, για να είναι σε θέση να διατηρήσουν την Αποτροπή, οφείλουν να εκσυγχρονίζονται και να αναβαθμίζονται σταθερά. Ο εκσυγχρονισμός και η αναβάθμιση επιτυγχάνεται α) μέσω προμήθειας των πλέον προηγμένων κύριων οπλικών συστημάτων (μαχητικά αεροσκάφη, πολεμικά πλοία, τεθωρακισμένα κ.λπ.) που μπορούν να προσφέρουν ποιοτικό πλεονέκτημα και β) με την ανάπτυξη δυνατοτήτων που δεν υφίστανται και οι οποίες θεωρείται ότι ενισχύουν σε στρατηγικό επίπεδο τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα αυτών των δύο βασικών επιλογών, έχουμε πολλά την τελευταία εικοσαετία. Αποκτήθηκαν κορυφαία μαχητικά αεροσκάφη, υποβρύχια, άρματα μάχης και αυτοκινούμενα πυροβόλα, που εξασφάλισαν όντως σε δεδομένο χρόνο ένα σαφές ποιοτικό προβάδισμα. Επιπλέον, καταβλήθηκε προσπάθεια για απόκτηση νέων δυνατοτήτων, όπως η προμήθεια των ΑΣΕΠΕ που πριν δεν υπήρχαν καθόλου και προσφάτως η απόφαση αναγεννήσεως της Ναυτικής Αεροπορίας, μέσω αναβαθμίσεως των αποσυρθέντων Ρ-3Β Orion αλλά και η πρόθεση αποκτήσεως UAV κατηγορίας MALE. Τα ΑΦΝΣ και τα UAV, περιγράφονται από την πολιτικοστρατιωτική ηγεσία ως όπλα στρατηγικής σημασίας που επιτρέπουν την παρουσία των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων πέραν του Αιγαίου, στην Ανατολική Μεσόγειο για την επιτήρηση εκτεταμένων θαλασσίων περιοχών.

Βεβαίως, οι αρμόδιοι δεν έχουν απαντήσει ακόμη κατά πόσο είναι ορθολογικό να κυνηγούν τέτοια μεγαλεπίβολα «οράματα», όταν σε περιόδους παρατεταμένης οικονομικής καχεξίας, ο αμυντικός προϋπολογισμός διατηρείται σε εντελώς ανεπαρκή επίπεδα και τίθεται σε αμφισβήτηση η ικανότητα υπερασπίσεως ακόμη και του ίδιου του μητροπολιτικού χώρου. Επιπλέον, οι αρμόδιοι δεν απαντούν στο ερώτημα του ποια συγκεκριμένη συμβολή θα είχαν τα εν λόγω μέσα, εάν υποθέσουμε ότι ήταν σήμερα διαθέσιμα, στην πρόσφατη ένταση με την Τουρκία στην ΑΟΖ της Κύπρου. Θα μπορούσαν να προσφέρουν κάτι ουσιαστικό τα Ρ-3 ή τα Heron, αποτρέποντας τέτοιες τουρκικές προκλήσεις; Ή μήπως τώρα που θα έχουμε τα Ρ-3, θα σταματήσουν να στέλνουν οι Τούρκοι τα CN-235 στο FIR Αθηνών και να περνάνε «σουβλάκι» το Αιγαίο από πάνω μέχρι κάτω, όπως είχε υποστηρίξει ο ΥΕΘΑ το 2015;

Σήμερα, τα μεγαλεπίβολα «οράματα» (κυρίως ναυάρχων) για «έξοδο» από το Αιγαίο, δεν αναβαθμίζουν τις Ένοπλες Δυνάμεις αλλά μάλλον τις υποβαθμίζουν, εφόσον απορροφούν το πλείστον της λιγοστής διαθέσιμης χρηματοδοτήσεως, με αποτέλεσμα να μην απομένουν κονδύλια για συντήρηση ή εκσυγχρονισμό υφισταμένων οπλικών συστημάτων αιχμής για την αμυντική ικανότητα της χώρας. Βασίμως μπορουμε να πούμε ότι τα Ρ-3 «βύθισαν» οριστικώς τις φρεγάτες ΜΕΚΟ 200ΗΝ, οι οποίες επρόκειτο να υποβληθούν σε πρόγραμμα Εκσυγχρονισμού Μέσης Ζωής. Το Πολεμικό Ναυτικό «θυσιάζει» τον στόλο επιφανείας για να ανοίξει φτερά στην Ανατολική Μεσόγειο… Πρωτοποριακό!

Επιστρέφοντας στον ΕΣ, βάσει των ανωτέρω αντιλήψεων, η διαθέσιμη χρηματοδότηση του αναπτυξιακού προϋπολογισμού αφιερώθηκε τα τελευταία έτη για την προμήθεια μεταχειρισμένου υλικού από τις ΗΠΑ, κυρίως τεθωρακισμένων οχημάτων, ελικοπτέρων μεταφορών και ελικοπτέρων αναγνωρίσεως. Τα προγράμματα «μπαλώνουν» τα κενά που προκλήθηκαν από πολιτικές επιλογές όπως η απόσυρση των ΤΟΜΑ ΒΜΡ-1, η απαξίωση των νεοπαραληφθέντων ελικοπτέρων ΝΗ-90 που παραμένουν χωρίς ανταλλακτικά και η αδυναμία εκσυγχρονισμού των επιθετικών ελικοπτέρων Apache.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το ΓΕΣ «λαχανιάζει» χωρίς να αποδίδει καμμία σημασία στα μικρά κλιμάκια και την βασική μονάδα μάχης, τον οπλίτη Πεζικού. Η εικόνα του Τούρκου στρατιώτη στην επιχείρηση στο Αφρίν, έδειχνε έναν αξιοπρεπέστατα ενδεδυμένο, εφοδιασμένο και εξοπλισμένο σύγχρονο στρατιώτη. Η εικόνα που εκπέμπει εμπρός του ο Έλληνας στρατιώτης είναι απογοητευτική. Ακόμη και όταν στην δεκαετία του 2000 εγκαινιάσθηκε το φιλόδοξο πρόγραμμα ενισχύσεως του στοιχείου του επαγγελματισμού με την πρόσληψη χιλιάδων ΕΠΟΠ, δεν καταβλήθηκε καμμία συντονισμένη προσπάθεια για τον εκσυγχρονισμό των ατομικών υλικών του (νέα κράνη, ατομικοί θώρακες, νέα άρβυλα και στολή μάχης) ή την προμήθεια ειδικών υλικών (βοηθήματα νυκτερινού αγώνος, οπτικά σκοπευτικά, ατομικοί ασύρματοι) προς γενικευμένη χρήση. Ο στρατιώτης έμεινε παραμελημένος και με αποσπασματικές προσπάθειες αποκτήθηκαν κάποια ατομικά υλικά αμφιβόλου αξίας και σε ανεπαρκείς αριθμούς.

Επί αρχηγείας του Αντιστρατήγου Χρίστου Μανωλά, δρομολογήθηκε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος μια πρωτοβουλία σχεδιάσεως νέας στολής μάχης, νέου χειμερινού ιματισμού και νέων αρβύλων, η οποία επρόκειτο να συνεχισθεί με την εξάρτυση μάχης κ.λπ. Δεν μιλάμε καν για προμήθεια ειδικών υλικών (θερμικές διόπτρες σκοπεύσεως, ατομικούς ασυρμάτους κ.λπ.) αλλά για τα απολύτως βασικά στον ιματισμό. Η πρόωρη αποστράτευσή του, έσβησε αυτή την ελπίδα, δεδομένου ότι οι διάδοχοί του επιδόθηκαν στην κλασική προσέγγιση της αδιαφορίας για τέτοια «μικρά» προγράμματα. Φάνηκε καθαρά λοιπόν, ότι πρόκειται για θέμα αντιλήψεως και μόνο.

Συνοψίζοντας, οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και ο ΕΣ ειδικότερα, δείχνουν να προετοιμάζονται για μία υψηλής εντάσεως σύρραξη με έναν προηγμένο τεχνολογικώς αντίπαλο και προσπαθούν να τον «ανταγωνιστούν» ακόμη και εκτός των ορίων του μητροπολιτικού χώρου. Υπό συνθήκες οικονομικής ευρωστίας, αυτά δεν είναι καθόλου λάθος. Όμως, εάν θέλει κανείς να είναι ρεαλιστής, όλες οι εκτιμήσεις συντείνουν στο συμπέρασμα ότι μια τέτοια παρατεταμένη σύρραξη, είναι απίθανο να συμβεί. Πιο πιθανή θεωρείται μία κρίση ολίγων ημερών, στην οποία σε πρώτο χρόνο θα πρωταγωνιστήσουν οι Ειδικές Δυνάμεις και οι Δυνάμεις Αμέσου Επεμβάσεως στον νησιωτικό χώρο του Αιγαίου. Και εδώ είναι το πλέον τραγελαφικό, ανορθολογικό και ανεξήγητο. Ενώ οι Ειδικές Δυνάμεις και το Πεζικό απαιτούν ελάχιστα κονδύλια για να εκσυγχρονιστούν και να αναβαθμιστούν σε λίαν ικανοποιητικό βαθμό, παραμένουν οι «παρακατιανοί» από πλευράς χρηματοδοτήσεως για τεχνολογική αναβάθμιση ενώ οι αντίστοιχες εκσυγχρονισμένες εχθρικές δυνάμεις διαθέτουν έναντι αυτών σοβαρό τακτικό πλεονέκτημα. Αυτή η απλή πραγματικότητα, αφήνει αδιάφορους στρατηγούς, ναυάρχους και πτεράρχους, οι οποίοι «δικαιώνουν» τα αστέρια τους με μεγαλεπίβολα προγράμματα που ενέχουν σε μεγάλο βαθμό το στοιχείο του ανορθολογισμού.

Μακροχρόνια έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα. Απολύτως δικαιολογημένη, λόγω μακράς απουσίας από τα πεδία των μαχών και συναισθήσεως της ευθύνης για κορμιά που πέφτουν.