Από Σάββας Δ. Βλάσσης

Επί αρκετό διάστημα πλέον, Ρώσοι και Τούρκοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι προβαίνουν σε ανακοινώσεις περί «συμφωνίας» όσον αφορά την πώληση του αντιαεροπορικού συστήματος S400 Triumf από την Ρωσία στην Τουρκία. Το αυτό επανέλαβε σήμερα 29 Ιουνίου ο Βλαντιμίρ Κοζίν, στενός συνεργάτης του προέδρου Πούτιν: «Η σύμβαση έχει συμφωνηθεί. Το θέμα του δανείου δεν έχει επιλυθεί ακόμη». Ρώσοι και Τούρκοι αξιωματούχοι σημειώνουν ότι εκκρεμεί μόνο η σύναψη δανειακής συμβάσεως με την Ρωσία, που θα εξασφαλίσει την χρηματοδότηση του προγράμματος.

Εάν ληφθούν υπ’ όψιν πληροφορίες που θέλουν το ύψος του προγράμματος να κινείται στο επίπεδο των 2 δισ. $ για προμήθεια δύο μόνο συστημάτων των δύο πυροβολαρχιών έκαστο, δεν δικαιολογείται η όποια οικονομική «δυσκολία» από ρωσικής πλευράς. Επομένως, είτε η Τουρκία θεωρεί ότι το ύψος της ρωσικής προσφοράς είναι υπερβολικό είτε η διαπραγμάτευση περί του δανείου χρησιμοποιείται προσχηματικώς από την Τουρκία για την εξασφάλιση χρόνου προς μεγιστοποίηση των κερδών σε διπλωματικό επίπεδο.

Δεδομένη πάντως πρέπει να θεωρείται η αρνητική γνωμοδότηση της ηγεσίας των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, στην προμήθεια ανατολικής προελεύσεως αμυντικού υλικού και ιδίως αυτής της κατηγορίας. Ανάλογες επιφυλάξεις είχαν εκφρασθεί και στην περίπτωση της προτιμήσεως του κινεζικού συστήματος FD-2000 που είχε επιλεγεί το 2013 και ακυρώθηκε πέρυσι, πλην όμως το εν λόγω πρόγραμμα είχε μία βασική διαφορά η οποία ενίσχυε τον χαρακτήρα της πολιτικής αποφάσεως από την κυβέρνηση. Το πρόγραμμα για το FD-2000, δεν αφορούσε απλή σύμβαση προμήθειας του συστήματος αλλά σύμβαση προμήθειας η οποία προέβλεπε και την παραχώρηση τεχνογνωσίας στην Τουρκία για την εγχώρια παραγωγή του, με τροποποιήσεις που θα κάλυπταν τις εθνικές ανάγκες. Η σύμβαση όμως για τα S400 αφορά ένα πρόγραμμα προμήθειας μικρού αριθμού συστημάτων για την επείγουσα κάλυψη των επιχειρησιακών αναγκών ενώ στο απώτερο μέλλον σχεδιάζεται η εγχώρια ανάπτυξη αναλόγου συστήματος αντιαεροπορικής και αντιβαλλιστικής αμύνης μεγάλου βεληνεκούς. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση των S400, η άποψη της στρατιωτικής ηγεσίας έχει αυξημένο βάρος, μια παράμετρος που ενισχύει τις αμφιβολίες περί υλοποιήσεως του προγράμματος.