Αμερικανοί των Special Forces παρίστανται καθήμενοι, στην τελετή εντάξεως στις SDF 250 γυναικών των YPG, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 5 Μαΐου στην επαρχή Χασακά, μετά την ολοκλήρωση της εκπαιδεύσεώς τους. Η Τουρκία θεωρεί τους Κούρδους μαχητές τρομοκράτες.

Εν όψει της επίσημης επισκέψεως του Τούρκου προέδρου Ερντογάν στις ΗΠΑ στις 16-17 Μαΐου, εντείνονται οι προπαρασκευαστικές επαφές αξιωματούχων των δύο χωρών. Τουρκική αντιπροσωπεία αποτελούμενη από τον αρχηγό Ενόπλων Δυνάμεων Στρατηγό Χουλουσί Ακάρ, τον αρχηγό της υπηρεσίας πληροφοριών ΜΙΤ Χακάν Φιντάν και τον εκπρόσωπο της προεδρίας Ιμπραήμ Καλίν επισκέφθηκε την Ουάσιγκτον στις 5 Μαΐου για επαφές με τους ομολόγους τους.

Οι πρόεδροι Τραμπ και Ερντογάν επιθυμούν την αποκατάσταση των διμερών σχέσεων, οι οποίες επιδεινώθηκαν τεχνηέντως από την Άγκυρα μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία στις 15 Ιουλίου 2016, όταν εξαπολύθηκαν ευθέως κατηγορίες ότι οι ΗΠΑ ευρίσκοντο πίσω από τους πραξικοπηματίες. Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα της Τουρκίας είναι η αυξανόμενη υποστήριξη των ΗΠΑ προς τους Κούρδους της Συρίας που μάχονται το Ισλαμικό Κράτος. Η συνεργασία των αμερικανικών δυνάμεων στην Συρία με τους ενόπλους Κούρδους των Μονάδων Πολιτοφυλακής (YPG) και η πρόθεση των Αμερικανών να εκτοξεύσουν μια μεγάλη επίθεση εναντίον της Ράκα σε συνεργασία με τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) στις τάξεις των οποίων κυριαρχούν οι Κούρδοι, ενοχλεί σφόδρα την Άγκυρα η οποία διακρίνει ότι στην «επόμενη ημέρα» της Συρίας, οι Κούρδοι θα έχουν αυξημένο ειδικό βάρος και λόγο, φθάνοντας ακόμη και στην ίδρυση αυτόνομου κράτους σε επαφή με τα τουρκικά σύνορα. Επιδίωξη του Ερντογάν είναι η ματαίωση της επιθέσεως στην Ράκα από τους Κούρδους με την συνεργασία αμερικανικών δυνάμεων, αντιπροτείνοντας να αναλάβει η Τουρκία την επίθεση σε συνεργασία με Σύριους Άραβες μαχητές, στην πλειοψηφία τους στρατολογηθέντες από την Άγκυρα.

Οι τουρκικές πιέσεις έχουν αποφέρει μέχρι σήμερα αποτέλεσμα, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ έχουν καθυστερήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα την επιχείρηση κατά της Ράκα. Η πρώτη αναβολή έγινε μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία, σε νέα αναβολή οδήγησε η τουρκική Επιχείρηση ΑΣΠΙΔΑ ΤΟΥ ΕΥΦΡΑΤΗ ενώ η Ουάσιγκτον δεν κινήθηκε ούτε κατά την περίοδο του τουρκικού δημοψηφίσματος για αλλαγή του πολιτεύματος στις 16 Απριλίου. Τώρα όμως, μετά την επικράτηση του Ερντογάν και την κυβερνητική αλλαγή στις ΗΠΑ, ήλθε η ώρα για ξεκαθάρισμα της καταστάσεως.

Στις 4 Μαΐου μόλις, υπεγράφη συμφωνία Ρωσίας – Τουρκίας – Ιράν για την ανακήρυξη ζωνών ασφαλείας στην πόλη Ιμπλίντ και περιοχές των πόλεων Λατάκια, Χομς, Αλέπο, Χάμα, Νταραά, Κουνέιτρα, ανατολική Γκούτα, ακόμη δε και για την Δαμασκό. Στις ζώνες αυτές θα διασφαλισθεί η ροή ανθρωπιστικής βοηθείας και η διακοπή των εχθροπραξιών. Η συμφωνία έχει ισχύ 6 μηνών και μπορεί να παραταθεί εφόσον συμφωνήσουν οι τρεις χώρες. Η πρωτοβουλία της Ρωσίας αποβλέπει κατ’ ουσίαν στην ενίσχυση της επιρροής της στο πλευρο της κυβερνήσεως Άσαντ και του ρόλου της ως σταθεροποιητικού παράγοντα και στην “επόμενη ημέρα”, δεδομένου ότι επιδιώκει την διατήρηση της Συρίας στην δική της σφαίρα επιρροής. Αν και τονίζεται ότι στις ζώνες αυτές δεν θα επιτρέπονται αεροπορικές προσβολές, μία επισήμανση με αποδέκτη τις ΗΠΑ, η Ουάσιγκτον έχει αποφύγει να τοποθετηθεί επί της ουσίας. Άλλωστε, οι ζώνες ασφαλείας βρίσκονται στην δυτική και νοτιοδυτική Συρία, όπου δεν έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερη αεροπορική δραστηριότητα από πλευράς ΗΠΑ καθώς η παρουσία του Ισλαμικού Κράτους είναι μικρή. Κατά συνέπεια, η επιχείρηση κατά της Ράκα που ετοιμάζουν οι ΗΠΑ, δεν επηρεάζεται.

Η επιλογή της Τουρκίας να υποστηρίξει την Ρωσία στην πρότασή της, δεν αποτελεί παρά τακτικό ελιγμό προς ενίσχυση της διπλωματικής της θέσης έναντι των ΗΠΑ, οι οποίες δεν δείχνουν πρόθυμες να δεχθούν τις τουρκικές θέσεις εις βάρος των Κούρδων της Συρίας. Ο Ερντογάν θα μπορεί να ανταλλάξει την υποστήριξή του στις ζώνες ασφαλείας που επέβαλε ο Πούτιν και είναι προφανές ότι αυτό επιδιώκει προκειμένου να κερδίσει κάποιο αντάλλαγμα από την Ουάσιγκτον. Ωστόσο, οι ενδείξεις οδηγούν στην πρόβλεψη ότι ο Τραμπ θα ξεκαθαρίσει πως δεν πρόκειται να αναβάλει άλλο την επίθεση στην Ράκα. Τον Μάρτιο, προκειμένου να “προφυλάξουν” τους Κούρδους από τουρκικές αεροπορικές επιθέσεις, οι ΗΠΑ διέταξαν τα αποσπάσματα Special Forces που επιχειρούν στην Συρία να αναμειχθούν περισσότερο και απροκάλυπτα με μονάδες των YPG και YPJ. Στις 25 Απριλίου, τουρκικά αεροσκάφη προσέβαλαν κουρδικούς στόχους παρά το ότι αμερικανικά τμήματα ευρίσκοντο σε απόσταση 10 χλμ. περίπου.  Το ενδιαφέρον είναι εάν ο Τραμπ θα προσφέρει κάποιο αντάλλαγμα στον Ερντογάν και ποιο θα είναι αυτό. Οι ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Ουάσιγκτον δεν θα ανεχθεί άλλο την αντίδραση της Τουρκίας.