Στις 13 Απριλίου 2017 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απεφάνθη ότι οι δυνάμεις ασφαλείας της Ρωσίας δεν μπόρεσαν να προστατεύσουν της ζωές πολιτών κατά την διάρκεια επιχειρήσεως στο Μπεσλάν το 2004, για την απελευθέρωση ομήρων από Τσετσένους τρομοκράτες.

Στις 1 Σεπτεμβρίου 2004 περισσότεροι από 800 μαθητές ευρίσκοντο στο σχολικό συγκρότημα του Μπεσλάν, μια πόλη 35.000 κατοίκων της Ρωσικής Δημοκρατίας της Βορείου Οσετίας. Επρόκειτο για την πρώτη ημέρα της σχολικής περιόδου που αποτελεί εορτή στην Ρωσία ως «Ημέρα της Γνώσης». Την ημέρα αυτή, δύο στρατιωτικά φορτηγά GAZ που παρέμεναν κρυμμένα σε δασώδη περιοχή της Τσετσενίας, ξεκίνησαν με προορισμό το σχολείο, έχοντας ως επιβάτες 30 τουλάχιστον ενόπλους, στην πλειοψηφία τους Τσετσένους, που έφεραν βαρύ οπλισμό και εκρηκτικά.

Μισή ώρα μετά την έναρξη της μαθητικής τελετής στις 09.00, η ομάδα των τρομοκρατών εισέβαλε στο σχολείο και έπιασε ομήρους 800 μαθητές και 300 περίπου γονείς και δασκάλους. Έπειτα από μια σύντομη αψιμαχία από αστυνομικές δυνάμεις, οι τρομοκράτες άρχισαν να οχυρώνονται στο σχολείο, διενεργώντας μολύνσεις με νάρκες, παγίδες και τηλεχειριζόμενους εκρηκτικούς μηχανισμούς.

Οι ρωσικές Αρχές, έχοντας σχηματίσει μια περίμετρο 200 μέτρων από το σχολείο, ανέθεσαν την σχεδίαση επέμβασης από τις ειδικές μονάδες Alpha και Vympal των μονάδων Spetsnaz του Ομοσπονδιακού Γραφείου Ασφαλείας (FSB) καθώς και της ειδικής αστυνομικής μονάδος OMON. Κλοιό ασφαλείας δημιούργησαν τεθωρακισμένα και άλλες στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις.

Η προσπάθεια υποβαθμίσεως της καταστάσεως από την ρωσική κυβέρνηση, εξόργισε τους τρομοκράτες οι οποίοι κήρυξαν «απεργία πείνας», απαγορεύοντας την προμήθεια σε νερό και τρόφιμα για τους ομήρους. Οι τρομοκράτες απαίτησαν να διαπραγματευτούν με τον πρόεδρο της Βορείου Οσετίας Αλεξάντερ Ντζασόκοφ, αναφορικώς με την ανεξαρτησία της Τσετσενίας. Ο τελευταίος, ο οποίος τελικώς δεν ενεπλάκη στην κρίση, υποστήριξε αργότερα ότι απειλήθηκε από την FSB με σύλληψη, εάν ερχόταν σε επαφή με τους τρομοκράτες. Η ρωσική κυβέρνηση έφερε στην σκηνή του περιστατικού τον Λεονίντ Ροσάλ, γιατρό που είχε παρέμβει σε παλαιότερη ομηρεία στο Θέατρο της Μόσχας, ο οποίος ήταν αποδεκτός από τους τρομοκράτες. Ωστόσο, η παρέμβαση του Ροσάλ δεν κατάφερε κάτι.

Η δεύτερη ημέρα διέρρευσε με συνέχιση των διαπραγματεύσεων και κάποιες επιτυχίες, όπως η απελευθέρωση μικρού αριθμού παιδιών. Ο Άσλαμπεκ Ασλανκάνοφ, Τσετσένος σύμβουλος του προέδρου Πούτιν, σκόπευε να συναντηθεί ο ίδιος με τους τρομοκράτες ενώ είχε έλθει σε επαφή και με τον Ασλάν Μασκάντοφ, έναν μετριοπαθή και κοσμικό Τσετσένο επαναστάτη, ο οποίος προθυμοποιήθηκε να συνδράμει.

Σύμφωνα με έγγραφα όμως, στην διάρκεια της δεύτερης ημέρας, ο διευθυντής της FSB Νικολάι Πατρούσεφ είχε συγκροτήσει ένα δεύτερο μυστικό στρατηγείο που σχεδίαζε επιχείρηση εφόδου στο σχολείο από τις ειδικές δυνάμεις. Ο επικεφαλής της FSB στην Νότιο Οσετία στρατηγός Βαλερί Αντρέγιεφ και οι διαπραγματευτές, που επισήμως είχαν την ευθύνη της καταστάσεως, το αγνοούσαν και δεν είχαν καμμία εξουσία στις ομοσπονδιακές ειδικές δυνάμεις που είχαν αφιχθεί επιτόπου.

Την τρίτη ημέρα, λίγο μετά τις 13.00, δύο εκρήξεις σημειώθηκαν στο γυμναστήριο όπου εκρατούντο οι όμηροι, με αποτέλεσμα να ανοίξει μια τρύπα σε έναν τοίχο και να εκδηλωθεί πυρκαγιά στην οροφή του κτιρίου. Αμέσως οι τρομοκράτες άνοιξαν πυρ σκοτώνοντας δύο νοσοκόμους που πλησίαζαν στο γυμναστήριο και οι δυνάμεις ασφαλείας ανταπέδωσαν, με αποτέλεσμα να επικρατήσει πανδαιμόνιο. Δέκα λεπτά αργότερα, ομάδες της Alpha και της Vympel εισήλθαν στο κτίριο και ξέσπασε άγρια μάχη.

Το σημείο αυτό απετέλεσε το κύριο πεδίο αντιπαραθέσεων στην κρίση του Μπεσλάν. Οι εκρήξεις που σημειώθηκαν είχαν πυροδοτηθεί από τους τρομοκράτες ή τις ρωσικές δυνάμεις; Η μάχη ξεκίνησε σκοπίμως από μία εκ των δύο πλευρών ή απλώς υπήρξε αποτέλεσμα μιας σειράς ατυχημάτων;

Η επίσημη ρωσική εκδοχή, υποστηρίζει ότι οι τρομοκράτες πυροδότησαν σκοπίμως τις βόμβες που είχαν τοποθετήσει, αν και επιζώντες όμηροι δεν ενισχύουν αυτή την άποψη. Μια εξήγηση ήταν ότι μια αυτοσχέδια βόμβα εξερράγη κατά λάθος εξαιτίας της καλωδιώσεως ή λάθος χειρισμού. Ο μόνος τρομοκράτης που επέζησε, όπως και ένας όμηρος, υποστήριξαν ότι ένας Ρώσος ελεύθερος σκοπευτής σκότωσε έναν Τσετσένο ο οποίος πατούσε με το πόδι του έναν νεκρό, ο οποίος λειτουργούσε ως μοχλός, με αποτέλεσμα την ενεργοποίηση μιας βόμβας.

Αρκετοί επιζώντες πάντως κατέθεσαν ότι η έκρηξη προήλθε από ένα βλήμα που εκτοξεύθηκε από έξω. Ο ανεξάρτητος ερευνητής Γιούρι Σουβαλίεφ, μέλος της Δούμας και ειδικός στα εκρηκτικά, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα. Υποστήριξε ότι οι ρωσικές δυνάμεις εκτόξευσαν ρουκέτα RPO-A Shmel, ένα όπλο μίας χρήσεως ειδικό για καταστροφή προσωπικού εντός κτιρίων ή οχυρώσεων, που φέρει εμπρηκτική ή θερμοβαρική κεφαλή. Αμφότερες, προκαλούν εύκολα ανάφλεξη υλικών. Πιθανολογείται ακόμη η χρήση ρουκέτας μίας χρήσεως RPG-26 ή RPG-27, επίσης με θερμοβαρική κεφαλή. Αυτό εξηγεί την εκδήλωση πυρκαγιάς

Από την πλευρά της, η ρωσική κυβέρνηση επιβεβαίωσε αλλά μάλιστα δικαιολόγησε πλήρως, την χρήση ρουκετών RPO στην διάρκεια της επιχειρήσεων. Ο Σουβαλίεφ βάσισε την άποψή του σε τουλάχιστον τρία άδεια κάνιστρα ρουκετών που βρέθηκαν σε δύο κτίρια που επόπτευαν λόγω μεγαλύτερου ύψους το γυμναστήριο του σχολείου και στα οποία είχαν λάβει θέσει Ρώσοι στρατιώτες.

Το 2007, η ομάδα «Μητέρες του Μπεσλάν», δημοσιοποίησε βίντεο που αποκτήθηκε από ανώνυμη πηγή, το οποίο είχε ληφθεί στις 3 και 4 Σεπτεμβρίου. Σε αυτό, Ρώσοι στρατιώτες επιθεωρούσαν το κατεστραμμένο γυμναστήριο και ακούγονται να αναφέρουν ότι η πλειοψηφία των εκρηκτικών μηχανισμών που είχαν εγκαταστήσει οι τρομοκράτες, δεν είχε ενεργοποιηθεί. Διακρίνονται επίσης αρκετές οπές στους τοίχους και το πάτωμα του κτιρίου, που φαίνεται ότι προκλήθηκαν από βλήματα που εκτοξεύθηκαν απ’ έξω.

Αυτό που επακολούθησε των εκρήξεων, ήταν αναμενόμενο. Από τις εκρήξεις σκοτώθηκαν μεν αρκετοί τρομοκράτες αλλά από την φωτιά κάηκαν πολλοί όμηροι. Από την τρύπα που άνοιξε στον τοίχο όπως και τα παράθυρα, άρχισαν να φεύγουν όμηροι, με τους τρομοκράτες να τους πυροβολούν και να σκοτώνουν αρκετούς από αυτούς, μεταξύ των οποίων και τον Ελληνικής καταγωγής γυμναστή Γιάννη Κανίδη, ο οποίος προσπαθούσε να προστατεύσει τους μαθητές του. Σύντομα η οροφή που είχε τυλιχθεί στις φλόγες κατέρρευσε, προσθέτοντας νέα θύματα.

Το μακελειό συμπαρέσυρε και τους Spetsnaz που επενέβησαν. Οι δύο διοικητές των μονάδων, συνταγματάρχες στον βαθμό, φονεύθηκαν κατά την έφοδο ενώ η Alpha έχασε και τον υποδιοικητή της. Οι Spetsnaz εξασφάλισαν το κτίριο έπειτα από δίωρο, επειδή οι τρομοκράτες χωρίσθηκαν και αρκετοί οχυρώθηκαν στην καφετέρια του σχολείου κρατώντας ομήρους. Τρεις άλλοι τρομοκράτες κατέφυγαν στο υπόγειο, επίσης με ομήρους και εξοντώθηκαν μόνο έπειτα από 6 ώρες.

Περιττή, κατά τα φαινόμενα, ισχύς πυρός, εκδηλώθηκε από ένα τεθωρακισμένο όχημα BTR-80 που άνοιξε πυρ με το βαρύ πολυβόλο των 14,5 χλστ. ενώ άρματα Τ-72 εκτέλεσαν αρκετές βολές πυροβόλου στο σχολείο, κατά την στιγμή που, σύμφωνα με μαρτυρίες, όμηροι εξακολουθούσαν να βρίσκονται εντός αυτού. Από τα πυροβόλα των αρμάτων χτυπήθηκε και η καφετέρια, σύμφωνα με μαρτυρίες, προκαλώντας θύματα στους ομήρους. Η ρωσική κυβέρνηση διέψευσε αυτές τις κατηγορίες ως αβάσιμες.

Στο μεταξύ, είχε φανεί ότι δεν είχαν ληφθεί μέτρα για την περίπτωση κατάσβεσης πυρκαγιάς. Ένα πυροσβεστικό όχημα που αποπειράθηκε να επέμβει δύο ώρες μετά τις εκρήξεις, δεν κατάφερε να συνδεθεί με την τοπική αντλία νερού και μόνο μετά από ακόμη μισή ώρα, όταν κατέφτασε και δεύτερο όχημα, ξεκίνησε η κατάσβεση.

Εκατοντάδες όμηροι έχασαν την ζωή τους και εκατοντάδες υπέστησαν εγκαύματα και τραύματα από θραύσματα και βολίδες φορητών όπλων. Η αιφνίδια συγκέντρωση 700 περίπου τραυματιών στο τοπικό νοσοκομείο, οδήγησε σε ταχεία κατάρρευση των προσφερομένων υπηρεσιών νοσηλείας, εξαιτίας μη προληπτικής προετοιμασίας.

Το φιάσκο ολοκληρώθηκε όταν περί τους 15 τρομοκράτες κατάφεραν να διασπάσουν τον κλοιό που είχαν δημιουργήσει οι δυνάμεις ασφαλείας και σκόρπισαν στην πόλη. Μάχες συνεχίσθηκαν μέχρι αργά το βράδυ. Μια μεγάλη ομάδα τρομοκρατών περιορίσθηκε σε μία εγκαταλελειμμένη οικία και εξοντώθηκε με πυρά ρουκετών RPO και αρμάτων Τ-72. Μια ομάδα πολιτών λύντσαρε έναν τρομοκράτη ενώ Ρώσοι στρατιώτες έσωσαν έναν άλλον πριν έχει την ίδια τύχη.

Σύμφωνα με επιζώντες, οι τρομοκράτες ήταν πολύ περισσότεροι από τους 31 που καταμετρήθηκαν νεκροί, η ρωσική κυβέρνηση όμως είχε άλλη άποψη. Ο ηγέτης των επαναστατών Σαμίλ Μπασάγιεφ που ανέλαβε αργότερα την ευθύνη, ουσιαστικά το επιβεβαίωσε, σημειώνοντας ότι μόνο ένας Τσετσένος διέφυγε.

Ο απολογισμός ήταν ανατριχιαστικός. Νεκροί βρέθηκαν 334 όμηροι, εκ των οποίων 186 παιδιά. Οι μισοί περίπου είχαν πέσει θύματα της πυρκαγιάς. Από τις δυνάμεις ασφαλείας σκοτώθηκαν 10-20 άνδρες καθώς και 10 περίπου πολίτες και εθνοφύλακες. Την επομένη ημέρα, μπουλντόζες καθάρισαν τον τόπο και οι νεκροί τάφηκαν χωρίς διεξοδικές έρευνες.

Η μικρή κοινωνία του Μπεσλάν υπέστη τρομακτικό σοκ από την βία που την έπληξε. Μέλη των οικογενειών που έχασαν τα παιδιά τους, συγκρότησαν την ομάδα «Μητέρες του Μπεσλάν» που άσκησε πίεση στην κυβέρνηση για την διερεύνηση των γεγονότων. Τον Δεκέμβριο του 2005, ομοσπονδιακοί εισαγγελείς αποφάνθηκε ότι οι ρωσικές Αρχές δεν είχαν πραγματοποιήσει λάθη. Κοινοβουλευτική επιτροπή παρουσίασε πόρισμα, με το οποίο ασκήθηκε κριτική στις τοπικές αστυνομικές δυνάμεις όπως και στον επικεφαλής της τοπικής FSB, που όμως δεν είχαν στην πραγματικότητα τον έλεγχο. Ο τελευταίος άλλωστε, μετά το μακελειό είχε υποβάλει την παραίτησή του. Το πόρισμα δεν άγγιζε τις ομοσπονδιακές δυνάμεις που επενέβησαν και έκανε λόγο περί αναμείξεως μιας «ξένης μυστικής υπηρεσίας» ενώ κατηγόρησε τον μετριοπαθή Μασκάντοφ.

Η ευκολία με την οποία οι τρομοκράτες διείσδυσαν μέσα από τα σημεία ελέγχου των δυνάμεων ασφαλείας, υποτίθεται ότι απασχόλησε την Δικαιοσύνη. Ωστόσο, το 2007, σε δύο διαφορετικές δίκες για αστυνομικούς που ενέχοντο στα γεγονότα, οι κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν.

Από τακτικής απόψεως, ακόμη και μια γενική ματιά στην όλη επιχείρηση, φανερώνει σοβαρές παραλείψεις από πλευράς των ρωσικών δυνάμεων. Η όλη διαχείριση αποκαλύπτει σφάλματα και ανικανότητα. Έχοντας 48 ώρες για να προετοιμαστούν, οι δυνάμεις ασφαλείας δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν αποτελεσματικό κλοιό ασφαλείας γύρω από την σκηνή του περιστατικού. Δεν κινητοποίησαν τις τοπικές υποδομές νοσηλείας και την πυροσβεστική υπηρεσία ενώ δεν υπήρχε πειθαρχία στους κινητοποιημένους ενόπλους πολίτες που σχημάτισαν αυτοσχέδια πολιτοφυλακή. Οι μονάδες Spetsnaz, επιτέθηκαν αρκετά λεπτά μετά τις εκρήξεις, όταν οι τρομοκράτες είχαν σκοτώσει αρκετούς ομήρους και είχαν αρχίσει να συνέρχονται από τον αρχικό κλονισμό.

Ο δικηγόρος των οικογενειών των θυμάτων παραιτήθηκε έπειτα από απειλητικές προειδοποιήσεις αλλά οι συγγενείς δεν έπαυσαν να ασκούν πίεση στην κυβέρνηση. Την περίοδο 2007-2011, εκατοντάδες εξ αυτών κατέθεσαν αγωγές και παράπονα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υποστηρίζοντας ότι η όλη δράση των δυνάμεων ασφαλείας είχε παραβιάσει τα δικαιώματα των ομήρων που έπεσαν θύματα.

Το Δικαστήριο συνδέεται με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ένας διακρατικός οργανισμός στον οποίο μέλος είναι και η Ρωσία. Η απόφαση που εκδόθηκε στις 13 Απριλίου 2017, αποδίδει αποτυχία στις ρωσικές δυνάμεις να προστατεύσουν τους ομήρους του Μπεσλάν. Σημειώνει την χρήση ισχυρών όπλων όπως πυροβόλα αρμάτων και εκτοξευτών βομβίδων και ρουκετών, από τα οποία προκλήθηκαν θύματα μεταξύ των ομήρων. Κατηγορεί τις τοπικές δυνάμεις για την μη λήψη προληπτικών μέτρων από την αξιοποίηση προηγουμένων πληροφοριών και τέλος κατηγορεί την ρωσική κυβέρνηση επειδή δεν ερεύνησε σωστά την αιτία των εκρήξεων από τις οποίες ξεκίνησε το μακελειό ενώ συγκάλυψε στοιχεία και αρχεία από όσους αποπειράθηκαν να ερευνήσουν την υπόθεση.

Το Δικαστήριο απαίτησε από την Ρωσία να καταβάλει το ποσό των 3,14 εκατ. $ προς διανομή σε 442 ενάγοντες. Η ρωσική κυβέρνηση απέρριψε την απόφαση και σκοπεύει να την προσβάλει.